To Κέντρο Βιομηχανικής Κληρονομιάς – ΕΡΙΑ και η μόνιμη έκθεση «Ιστορίας Νήματα. Η βιομηχανία της κλωστοϋφαντουργίας στη Νάουσα» στεγάζονται στο πρώην βιομηχανικό συγκρότημα της εταιρείας ΕΡΙΑ και μετέπειτα τμήμα της γνωστής ΒΕΤΛΑΝΣ, στο απώτερο ανατολικό άκρο της Αράπιτσας επάνω στη νότια όχθη του ποταμού.

 

Ο γνωστός Ναουσαίος ιστορικός Ευστάθιος Στουγιαννάκης περιγράφει την τοποθεσία που κτίστηκε το υφαντουργείο παρά την εξοχικήν Πλατείαν του Κιοσκίου και εκθειάζει την εταιρεία για την πρωτοτυπία και το δημιουργικό της πνεύμα να επεξεργαστεί ένα νέο είδος, τα έρια, άγνωστο και ανεκμετάλλευτο στον τόπο αλλά και σε όλη σχεδόν τη χώρα. Η ομόρρυθμη εταιρεία Χατζηλάζαρος, Αγγελάκης & Σία συστάθηκε το 1907 με πρωτοβουλία του Αθανασίου Μακρή ο οποίος διετέλεσε γενικός διευθυντής του εργοστασίου. Μαζί με τον Μακρή, οι αρχικοί εταίροι ήταν άνδρες με σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα στη Θεσσαλονίκη, όπως ο Περικλής Χατζηλάζαρος, ο Δημοσθένης Αγγελάκης, ο Κωσταντίνος Χονδροδήμος και τα αδέρφια Ιωάννης και Κωνσταντίνος Λαμνίδης στο οικόπεδο των οποίων κτίστηκε το εργοστάσιο.

Το 1911 με σουλτανικό διάταγμα η εταιρεία αναβαθμίστηκε σε Α.Ε. με την επωνυμία Ανώνυμος Οθωμανική Υφαντουργική Εταιρεία Ναούσης και το 1912 μετονομάστηκε σε ΕΡΙΑ – Ανώνυμος Ελληνική Υφαντουργική Εταιρεία Ναούσης. Η εξαιρετική πορεία της επιχείρησης οδήγησε στην επέκταση των εγκαταστάσεών της, με νέα έδρα της τη Θεσσαλονίκη. Το 1922 η εταιρεία διαλύθηκε και αντικαταστάθηκε από την ΕΡΙΑ, Νέα Ανώνυμος Ελληνική Υφαντουργική Εταιρεία Ναούσης, ενώ δύο χρόνια αργότερα η εισαγωγή των μετοχών της στο χρηματιστήριο οδήγησε σε σημαντική αύξηση των κερδών της. Η ακμή της επιχείρησης οφειλόταν κατά μεγάλο ποσοστό στο γεγονός ότι από την αρχή της λειτουργίας της παρήγαγε χακί ύφασμα για τον Οθωμανικό και στη συνέχεια για τον ελληνικό στρατό. Ωστόσο, η οκταετία 1927-1935 χαρακτηρίστηκε από μία δραματική μείωση στα έσοδά της, η οποία αποδόθηκε στη διακοπή των παραγγελιών από τον στρατό. Έτσι τον Ιούνιο του 1933 η τότε διοίκηση αναγκάστηκε να διακόψει τη λειτουργία του εργοστασίου και στις 16 Αυγούστου να συντάξει το Πρωτόκολλο Παραδόσεως και Παραλαβής των εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων και των εργαλείων του ΕΡΙΑ προς την Ο.Ε.Ε. ΒΟΡΡΕΣ ΜΑΡΣΑΝ & Σία.

Η γενική κρίσις και υποχώρησις των τιμών του έτους τούτου επί όλων των ειδών, συνεπώς και επί των μάλλινων τοιούτων, επέδρασεν κατά τρόπον ουχί ευχάριστον διά τας εργασίας της ημετέρας Εταιρίας, ήτις ευρεθείσα και εις το δοκιμαστικόν στάδιον κατασκευής εμπορικών υφασμάτων και έχουσα τας όσας δυσκολίας επεσωρεύθησαν εκ της εκτελέσεως της μετά του Ελληνικού Δημοσίου συμβάσεως προμηθείας Στρατιωτικών ειδών, διήλθε κρίσιν δεινήν.

Εκθέσεις του Διοικητικού Συμβουλίου προς τη Γενική Συνέλευση των Μετόχων

 

Τον Μάρτιο του 1938, η εταιρεία διέκοψε οριστικά τις εργασίες της και απέλυσε το σύνολο του προσωπικού της. Μέχρι και το τέλος του πολέμου το εργοστάσιο παρέμεινε κλειστό, ενώ κατά τον Εμφύλιο το 1949, οι μονάδες του καταστράφηκαν. Παρότι μεταπολεμικά κάποιοι από τους μετόχους προσπάθησαν να επαναλειτουργήσουν το εργοστάσιο με την ενίσχυση και του Σχεδίου Μάρσαλ, το 1960 η εταιρεία τελικά εξαγοράστηκε από τη ΒΕΤΛΑΝΣ ΝΑΟΥΣΑ Α.Ε. των Γρηγόρη και Γιάννη Λαναρά και Πέτρου Καράτζια.

Από τότε και σχεδόν για τρεις δεκαετίες το εργοστάσιο της ΒΕΤΛΑΝΣ παρήγαγε τις περίφημες κουβέρτες «Βέτλανς Νάουσα», με το κτίριο του πρώην ΕΡΙΑ να αποτελεί τα βαφεία της επιχείρησης. H εταιρεία από τα τέλη της δεκαετίας του 1960 και μέχρι τα μέσα του 1980 γνώρισε μεγάλη ακμή, με 800 εργαζόμενους και νέα εργοστάσια στη Νάουσα και στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης.  Από το 1985, ωστόσο, άρχισε να αντιμετωπίζει δυσκολίες και το 1988 – 1989 η ΠΕΛΛΑ – ΟΛΥΜΠΟΣ που είχε συσταθεί λίγα χρόνια νωρίτερα από τον Γρηγόριο Λαναρά, ανέλαβε τις υποχρεώσεις της επιχείρησης νοικιάζοντας το εργοστάσιο και προσλαμβάνοντας το προσωπικό του. Το 1990 η άρνηση της ΕΤΕ για αύξηση χρηματοδότησης οδήγησε στο κλείσιμο των επιχειρήσεων. Το 2000 ο Χρήστος Λαναράς αγόρασε και δώρισε τις εγκαταστάσεις στον Δήμο Νάουσας.

“Eξέτρεψε την επιχειρηματικότητα αυτής από της συνήθους βιομηχανίας του βάμβακος προς έν νέον είδος, την των ερίων, άγνωστον εις τον τόπον και εις όλον σχεδόν το Κράτος, ανεκμετάλλευτον και πολλά επαξίως υποσχόμενον εις τους ευφυώς την εκμετάλλευσιν αυτού αναλαβόντας… Το εργοστάσιον Χατζηλαζάρου είναι το πρώτον εις το είδος του. Τα προϊόντα αυτού είναι περιζήτητα εν τη αγορά, εφάμιλλα δε των Ευρωπαϊκών τοιούτων. Προετιμήθησαν εσχάτως διά τας στρατιωτικάς στολάς επί τοσούτον, ώστε η παραγωγή είναι πολύ μικροτέρα της ζητήσεως.”

Ευστάθιος Στουγιαννάκης

 

Το αρχικό κτίριο του εργοστασίου της Χατζηλάζαρος, Αγγελάκης & Σία σχεδίασε ο Ξενοφώντας Παιονίδης, ένας από τους σημαντικότερους αρχιτέκτονες του νεοκλασικισμού με πλούσιο έργο στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε άλλες περιοχές της Μακεδονίας. Τα θεμέλια μπήκαν το 1908 και την εκτέλεση του έργου ανέλαβε ο εργολάβος Α. Γραικός. Το κτίριο του εργοστασίου παρέπεμπε σε αντίστοιχα βιομηχανικά κτίρια της Ευρώπης καθώς και της Ερμούπολης, του Πειραιά, της Αθήνας και της Έδεσσας. Το κυρίως κτίριο βρισκόταν σε επαφή με το λεβητοστάσιο και αποτελούνταν από έναν ορθογώνιο ισόγειο χώρο, σχεδόν τετράγωνης κάτοψης, με πέτρινους περιμετρικούς τοίχους. Στεγαζόταν με έξι παράλληλες, ξύλινες, δίρριχτες, πρισματικές κεραμοσκεπές με ασύμμετρες πλευρές, ώστε να εξασφαλίζεται σταθερός βορεινός φωτισμός στο εσωτερικό του. Το εργοστάσιο καταστράφηκε από πυρκαγιά το 1949 και στη θέση του κτίστηκε νέο κτίριο τη δεκαετία του 1960 για τις εγκαταστάσεις της ΒΕΤΛΑΝΣ ΝΑΟΥΣΑ Α.Ε. Σήμερα από το αρχικό εργοστάσιο σώζονται μόνο οι λίθινοι περιμετρικοί τοίχοι οι οποίοι εντάχθηκαν λειτουργικά στο σύγχρονο κτίριο, το κτίριο του λεβητοστασίου μαζί με τον εξοπλισμό του και η καμινάδα των 35,65 μέτρων, το ψηλότερο κτίριο της Νάουσας. Τα δύο τελευταία έχουν κηρυχθεί διατηρητέα μνημεία. Μέσα στο σύγχρονο κτίριο σχεδιάστηκαν χώροι εκθεσιακοί, αίθουσα προβολών και εκδηλώσεων, μικρή βιβλιοθήκη, αναψυκτήριο με θέα στο ποτάμι, γραφεία διοίκησης και συνεδριακής υποστήριξης και υπόγειος χώρος στάθμευσης και αποθήκευσης.